Σκυριανή Αποκριά
(Καταγραφή: Φωτεινή Παπαχρήστου)
   Ο  εορτασμός της Αποκριάς στη Σκύρο είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους φημίζεται το νησί. Ένα παλαιότατο και σπάνιο έθιμο, που έχει διατηρηθεί ως σήμερα σχεδόν ακέραιο. Τηρείται και αυτό όπως και πολλές άλλες παλιές συνήθειες κάθε χρόνο ανελλιπώς και έχει προκαλέσει πολλές ερμηνείες και σχόλια. Είναι το έθιμο των Κουδουνάτων Γέρων.
   Στο διάστημα απο την Κυριακή του Ασώτου ως και την Τυροφάγο το αποκορύφωμα της γιορτής- κάνουν πανηγυρικά την εμφάνισή τους οι γνήσιοι Σκυριανοί μασκαράδες το ζευγάρι του Γέρου και της Κορέλας. Ανοίγοντας το Τριώδιο το νησί μπαίνει σε γιορτινούς ρυθμούς. Τις δύο τελευταίες Κυριακές μετά την λειτουργία βγαίνουν όλοι στην Αγορά για να δουν τους μασκαράδες τους. Οι Γέροι, νέοι άνδρες συνήθως τσοπάνηδες, φορούν τη βαριά κάπα ανάποδα με το τριχωτό μέρος προς τα έξω.
    Φτιάχνουν καμπούρα, το πρόσωπο σκεπάζεται από δέρμα μικρού ζώου με δύο τρύπες για τα μάτια, στο χέρι το στραβοραβδί και στη μέση ζώνονται κουδούνια και τροκάνια από το κοπάδι, όσα περισσότερα μπορεί να σηκώσει πάνω του ο καθένας. Αποκτά λοιπόν μορφή τέρατος ο Γέρος και μαζί με τη συντροφιά του δημιουργεί πανδαιμόνιο απ όπου περνά.
    Οι Κορέλες ή Νύφες ( κατά Δ. Παπαγεωργίου) νέοι άνδρες επίσης, ντυμένοι με την πρόχειρη γυναικεία φορεσιά, με ψεύτικες κοτσίδες, τσομπάνικα πέδιλα και καλυμμένο πρόσωπο.
    Η φιγούρα του Φράγκου, σπανιότερη σήμερα, είναι ένας μασκαράς ντυμένος με “Ευρωπαϊκά” ρούχα κουρελιασμένα, κρατά ένα μεγάλο κοχύλι και σφυρά κατά διαστήματα για να τρομάξει όσους πειράζουν τη συντροφιά. Οι εύθυμες παρέες μετά την εκκλησία θ’ ανηφορίσουν αργά προς τον Άη Γιώργη για ευλογία. Κατόπιν θα περάσουν κατηφορίζοντας απ’ τα συγγενικά σπίτια για να τα τιμήσουν με το κουδούνισμΑ τους και να κεραστούν. Ξεχύνονται από εκεί στους δρόμους, στη Μεγάλη Στράτα κυρίως, στις πλατείες και τα μαγαζιά της χώρα τρέχοντας πάνω κάτω στον οικισμό σε γενική κατάσταση μέθης, τραγουδώντας και χορεύοντας.
    Οι Γέροι κατά διαστήματα σταματούν και χοροπηδούν επί τόπου προκαλώντας φοβερό θόρυβο με τα κουδούνια και δημιουργώντας τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Οι Κορέλες χορεύουν για να δείξουν τα φορέματΑ τους. Όταν ο Γέρος σταματήσει κουρασμένος, η Κορέλα αρχίζει να του τραγουδά το Μονό σκοπό με παινέματα “΄Αντζελος είσαι μάτια μου, κανένας δε σου μοιάζει, κρίνε με τις εφτά κορφές π’ ανοίγεις το Γενάρη…” Ξαναρχίζει ο θόρυβος, πάνε παρακάτω και κάνουν τα ίδια. Συχνά σταματούν φτιάχνοντας παρέες με άλλους κουδουνάτους, κάνουν κύκλο  και συναγωνίζονται στο θόρυβο των κουδουνιών και το σείσιμο. Με το βρόντηγμα των κουδουνιών δείχνουν την αντοχή και τη δύναμή τους, αλλά με το σείσιμο την τέχνη τους, γιατί δεν πρέπει απλά να βγαίνει φασαρία αλλά όσο το δυνατό γλυκός και αρμονικός ήχος!!
   Από τους μαζεμένους θεατές στην άκρη του δρόμου μπορεί ν’ αρπάξει ο Γέρος κάποιους με το ραβδί του, να τους τραβήξει κοντά του και να τους πετάξει στα μούτρα πίτουρα που κουβαλά στο ταγάρι του. ΄Αλλοι μασκαράδες κακοντυμένοι και μουντζουρωμένοι τρέχουν ανάμεσα στον κόσμο πειράζοντας και πειραζόμενοι. Γεμίζει ο τόπος γέλια, πειράγματα, ξεφωνητά, ένα χαρούμενο παιχνιδιάρικο ξεφάντωμα. Ένα Διονυσιακό δρώμενο όπου όλοι συμμετέχουν χαίρονται και διασκεδάζουν.
    Από τους εορτασμούς δε λείπει βέβαια η Τράτα, οι ποιητικοί αγώνες στην πλατεία. Παρουσιάζονται έμμετρες κωμωδίες ή σάτιρα και καυτηριάζονται όσα συνέβησαν στον τόπο, η χρονιά που πέρασε. Τα “εξ αμάξης” ψέλνονται πάνω απο μια βάρκα που στήνεται σα σκηνή στην πλατεία, την τράτα, προς όλους τους αποδέκτες.
   Την Καθαρά Δευτέρα όλοι μαζί συμμετέχουν με χορό και τραγούδι στους εορτασμούς στο χώρο της πλατείας ως τις νυχτερινές ώρες οπότε κλείνουν οι αποκριάτικοι εορτασμοί.
Εκεί θα χορέψουν εκτός των άλλων τον Καλέ ( άγουρος πέτρα πελεκά) τους Σκυριανούς συρτούς και μπάλους. Τα όργανα συμμετέχουν κατά το διήμερο δίνοντας επισημότητα στη γιορτή.
                        Αυτές οι μέρες το Χουνε
                        Τσ’ αυτές οι εβδομάδες
                        Να τραγουδούνε τα παιδιά
                        Να χαίρονται’ οι μανάδες

Χαρείτε να χαρήσομε Τσ’  ο Θιός το ξέρ’ α’ ζήσωμε.

Το παραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 10ο τεύχος της εφημερίδας μας.