Ο Παύλος Νιρβάνας για την Ανάσταση

Αναστάσιος Λαμπρινόπουλος-  Δάσκαλος
   Κάποτε -εδώ και πολλά χρόνια- που μου ΄τυχε να κάνω Ανάσταση σε κάποιο ορεινό χωριό της Ρούμελης, ένας γέρος χωριάτης, υψώνοντας τη λαμπριάτικη λαμπάδα του, σα χαιρετισμό, προς τ’ αναστάσιμα άστρα,
μου είπε σα να μιλούσε με τον εαυτό του :
Ημέρεψαν απόψε, παιδί μου, τα Ουράνια.
   Στα δυο αυτά λόγια είχε κλείσει, επιγραμματικά, το βαθύτερο νόημα του χριστιανικού θαύματος.
«Ημέρεψαν τα Ουράνια». Ο ουρανός, χωρίς το μεγάλο χριστιανικό θαύμα, θα εξακολουθούσε να είναι για την περίφοβη ψυχή του απλοϊκού ανθρώπου -για κάθε ανθρώπινη ψυχή- το κατοικητήριο ενός Θεού τρομερού, δικαιοκρίτη, χωρίς επιείκεια και τιμωρού χωρίς έλεος. Τέτοιοι στάθηκαν οι θεοί όλων των θρησκειών.
Κυβερνούσαν τα πλάσματά τους με τον τρόμο. Τύραννοι παντοδύναμοι, μακρυσμένοι απ’ το λαό τους, δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τις αδυναμίες του, δεν είχαν πονέσει ποτέ τον πόνο του, δεν είχαν βασανισθεί ποτέ
απ’ τα βάσανά του, δεν είχαν κλάψει ποτέ τα δάκρυά του. Ανίκανοι να συμπονέσουν, να λυπηθούν και να συγχωρέσουν. Πώς να μην είναι «άγρια» – όπως τα ΄βλεπε το μάτι τού φοβισμένου ανθρώπου – τα ουράνια, τα κατοικημένα από τέτοιους θεούς;
   Και μέσα στην ανοιξιάτικη εκείνη νύχτα, που η λαμπάδα του γέρου χωριάτη είχε υψωθεί σα χαιρετισμός προς τα λαμπρά, αναστάσιμα άστρα, τα ουράνια είχαν ημερέψει. Δεν κατοικούσε πια εκεί απάνω υψωμένος στον τρομερό του θρόνο, ένας θεός ξένος για τους ανθρώπους. Κατοικούσε ένας γλυκύτατος θεός, που είχε πονέσει όλους τους πόνους των ανθρώπων, που είχε γνωρίσει όλες τις αδικίες της γης, που είχε τραβήξει όλες τις καταφρόνιες, που είχε πληρώσει όλες τις αχαριστίες. Τον έβρισαν, τον αναγέλασαν, τον έφτυσαν, τον έσυραν δεμένο στους δρόμους, σαν το τελευταίο κακούργο, τον σταύρωσαν. Πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, αντίκρισε τη φρίκη του θανάτου. Για μια στιγμή είδε τον εαυτό του λησμονημένο κι’ απ’ τον ίδιο το Θεό, που ήταν πατέρας του. «Θεέ μου, θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;»
   Δε στάθηκε πόνος, που να μην τον γνώρισε, καρδιοσωμός που να μην τον ένοιωσε, δυστυχία, που να μη γεύθηκε το φαρμάκι της. Ήπιε όλα τα φαρμάκια, που μπορεί να πιει άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο. Και, τη νύχτα  εκείνη, ο πονεμένος και βασανισμένος αυτός άνθρωπος είχε ανέβει στους Ουρανούς και είχε καθίσει παντοδύναμος στο θρόνο του θεού, να κυβερνήσει τον κόσμο. Πώς να μην «ημερέψουν τα Ουράνια»;
   Μια απέραντη καλοσύνη είχε πλημμυρίσει το στερέωμα. Γιατί να τρέμει πια ο αμαρτωλός; θα συλλογιζότανε ο γέρος. Εκείνος που συχώρεσε την πόρνη, το ληστή κι εκείνους ακόμα που τον σταύρωσαν, είναι τώρα εκεί απάνω, για να δει τα δάκρυα του μετανιωμού του και να τον συγχωρέσει. Γιατί ν’ απελπίζεται ο άρρωστος;
;
Εκείνος που γιάτρεψε τον τυφλό και τον παράλυτο, είναι τώρα εκεί απάνω για να τον γιατρέψει.
Γιατί να βαρυγκωμά ο φτωχός και ο αδικημένος; Εκείνος, που πείνασε και δίψασε, είναι τώρα εκεί απάνω και
καταλαβαίνει τη δυστυχία του. Γιατί να λαχταράει η μάννα για το παιδί της; Εκεί απάνω στους Ουρανούς είναι μια Μανούλα, που δοκίμασε τον πόνο της, για να παρακαλέσει το παιδί της, που κυβερνάει τον κόσμο, να την ελεήσει. Και γιατί να τρέμει ο ασπρομάλλης ο γέρος την ώρα του θανάτου; Είναι και γι’ αυτόν, είναι για κάθε ψυχή, μια ανάσταση. Τα Ουράνια είχαν ημερέψει, αλήθεια, εκείνη την ανοιξιάτικη νύχτα. Και η λαμπάδα του γέρου είχε υψωθεί σα χαιρετισμός και σαν ευχαριστία, προς τα αναστάσιμα άστρα. 
– Χριστός Ανέστη παππού
– Ο Θεός, ο Κύριος παιδί μου. 

Αγαπητοί μου, η γιορτή της Ανάστασης του Χριστού είναι απόλυτα καθιερωμένη στη συνείδηση της Εκκλησίας και του Έλληνα σαν το πιο συγκλονιστικό γεγονός που έγινε ποτέ στην ιστορία του κόσμου.
Το πανηγυρίζουμε γνωρίζοντας ότι αποτελεί το θεμέλιο της πίστης μας και την καρδιά του κηρύγματος της.
 Ο Απ. Παύλος έλεγε: «εί δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών».
Αυτό το μεγάλο δώρο του Θεού στην ανθρώπινη φύση, την ανάστασή της, προσφέρει λοιπόν η Ανάσταση του Χριστού. Αυτό πανηγυρίζουμε και χαρμόσυνα κηρύττουμε ο ένας στον άλλο, με το αναστάσιμο πανευφρόσυνο χαιρετισμό:                              
Χ ρ ι σ τ ό ς  Α ν έ σ τ η !  Α λ η θ ώ ς  Α ν έ σ τ η !

(Πηγή: Νέα Εστία, Αθήναι 24-11-1937)

Το πάραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 14ο τεύχος της εφημερίδας μας.