Καταγραφή αποκριάτικων εθίμων και τραγουδιών
Δήμητρα Σταμέλου-Ζαχαρή & Σπυριδούλα Ζαχαρή
Με αφορμή τον ερχομό της Αποκριάς, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε μια ομάδα γυναικών από τη Δροσιά (Χάλια) για να καταγράψουμε τα Αποκριάτικα έθιμα του τόπου τους. Τις συναντήσαμε στο σπίτι της Χριστοδούλου Θεοδώρας για να μας αφηγηθούν πως έχουν βιώσει οι ίδιες τις γιορτές των Αποκρεών στον τόπο τους.
-Πώς γιορτάζονταν οι Αποκριές στην περιοχή σας;
   Τις πρώτες Απόκριες συγκεντρώνονταν οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι κι έτρωγαν όλοι μαζί. Μέσα σε ένα σπίτι μπορούσαν να είναι 50 με 70 άτομα. Όταν έστρωναν το τραπέζι (χαμηλά τραπέζια που τα έλεγαν σοφράδες), και πριν να φάνε, όλα τα άτομα έβαζαν από ένα δάχτυλο κάτω από το τραπέζι και το σήκωναν ψηλά τρεις φορές και έλεγαν: «Ευλογημένοι οι Χριστιανοί, κατηραμένοι οι Εβραίοι». Χόρευαν, τραγουδούσαν και ντύνονταν «μουσούνες» (μασκαράδες) άντρες, γυναίκες και παιδιά. Δεν είχαν μάσκες, απλώς μουτζουρώνονταν με κάρβουνο από τους φούρνους για να μην τους γνωρίζουν. Επίσης, δεν υπήρχαν στολές που γνωρίζουμε σήμερα αλλά φορώντας παλιά ρούχα παρουσίαζαν διάφορες μορφές όπως: νύφη, γαμπρός, κυνηγός, γέρος, γριά, τσοπάνος κλπ. Έτσι ντυμένοι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, στα καφενεία και έκαναν φάρσες και πειράγματα χρησιμοποιώντας σκωπτικά τετράστιχα σαν τα παρακάτω.
Ο μπροστινός θέλει σανό,
ο δεύτερος σαμάρι,
ο τρίτος και ο τέταρτος,
ένα κιλό κριθάρι.

Ποιος είδε ποιος απάντησε,
παπά να κλέβει πράσα,
και η παπαδιά από κοντά,
να του τραβάει τα ράσα.

Απ’ όλα τα πετούμενα,
ο γάιδαρος μ’ αρέσει,
που έχει όμορφη φωνή,
και δαχτυλίδι μέση.
Εκτός από τραγούδια έπαιζαν αστεία παιχνίδια. Ένα από αυτά ήταν: έκλειναν τα μάτια σε κάποιον και τον έβαζαν να ταΐσει γιαούρτι τους παρευρισκομένους. Εκείνος δεν έβλεπε κι τους πασάλειβε σε όλο το πρόσωπο. Φυσικά προκαλούσε γέλιο! Στη συνέχεια, έκλειναν σε άλλον τα μάτια και αυτό συνεχιζόταν μέχρι όλοι να περάσουν από αυτή τη θέση. Με αυτό τον τρόπο γλεντούσαν και έπιναν μέχρι το πρωί.
   Η Κυριακή της Τυρινής ήταν το αποκορύφωμα της Αποκριάς. Εκείνη τη μέρα επαναλαμβάνονταν οι συγκεντρώσεις  στα σπίτια και τα μασκαρέματα με ένα επιπλέον στοιχείο, «το άναμμα της φωτιάς» στις γειτονιές του χωριού. Η κάθε γειτονιά συναγωνιζόταν με τις άλλες για το ποια θα συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο και σε ποια η φωτιά θα διαρκούσε περισσότερες ώρες! Γι’ αυτό όλη την προηγούμενη εβδομάδα γινόταν το μάζεμα των ξύλων που όσο περισσότερα ήταν, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία είχε η φωτιά. Κάποιες φορές, για το σκοπό αυτό, η μία γειτονιά «έκλεβε» τα ξύλα από άλλες ή από τους φούρνους των σπιτιών. Οι μασκαρεμένοι (μουσούνες) επισκέπτονταν, εκτός από τα σπίτια, και όλες τις φωτιές του χωριού. Χόρευαν γύρω από αυτές, δέχονταν κεράσματα και τραγουδούσαν αποκριάτικα τραγούδια. Τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια ήταν το «Πώς το τρίβουν το πιπέρι» και «Στης ακρίβειας τον καιρό».
«Στης ακρίβειας τον καιρό, ήθελα να παντρευτώ.
Και μου ‘δώσαν μια γυναίκα, που ‘ τρώγε για πέντε δέκα.
Πρώτο βράδυ που την πήρα, μου ‘φαγε μια προβατίνα.
Και τη δεύτερη βραδιά, μου ‘φαγε πέντε έξι αρνιά.
Μου ‘πιε κι ένα βαρελάκι με εκατό μπότσες κρασάκι.»
Οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού δείχνουν ότι το κρασί αποτελούσε ένα τοπικό προϊόν που τιμούσαν δεόντως στην περιοχή!
   Επίσης, αυτή την Κυριακή  οι νοικοκυρές συνήθιζαν να φτιάχνουν πίτες, γλυκά και χειροποίητα μακαρόνια. Τα αντιπροσωπευτικά γλυκά, ήταν το γαλακτομπούρεκο και το πουπέκι. Το πουπέκι έμοιαζε με το γαλακτομπούρεκο αλλά δεν είχε φύλλο, ήταν σκέτη κρέμα. Ένα από τα φαγητά εκείνης της ημέρας ήταν μακαρόνια που έφτιαχναν οι νοικοκυρές με ζυμάρι. Το άνοιγαν σαν χοντρό φύλλο, τα έκοβαν μικρά κομμάτια και με μια τεχνική των δακτύλων τα έστριβαν και τα έκαναν σαν σαλιγκάρι. Τα έβραζαν και τα έτρωγαν με πολύ μυζήθρα. Αυτά τα ονόμαζαν γκόγκλιες (αρβανίτικη ονομασία).
   Άλλο ένα από τα έθιμα της ημέρας αυτής, ήταν να βάζουν αυγά γύρω-γύρω από το τζάκι, για να περάσουν άσπρη Σαρακοστή.
   Την Καθαρά Δευτέρα που ήταν η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, πήγαιναν στη θάλασσα και έβγαζαν θαλασσινά, όπως χταπόδια, σουπιές και όστρακα. Τα μασκαρέματα συνεχίζονταν και αυτή την ημέρα χρησιμοποιώντας για το μουτζούρωμα το μελάνι της σουπιάς. Τα έψηναν στις φωτιές που άναβαν ακόμα και γλεντούσαν μέχρι το βράδυ πίνοντας κρασί. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Μεθύσια, καβγάδες και πειράγματα είχαν την τιμητική τους!!!!
            Εδώ στο χωριό υπήρχαν κάτοικοι άλλης καταγωγής εκτός από αρβανίτες;
   Όχι οι κάτοικοι ήταν όλοι γνήσιοι αρβανίτες.
          Μιλούσαν ελληνικά ή αρβανίτικα;
   Οι περισσότεροι που γεννήθηκαν τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μιλούσαν μόνο αρβανίτικα, δεν ήξεραν ελληνικά. Όμως υπήρχαν άλλοι που χρησιμοποιούσαν τόσο την αρβανίτικη διάλεκτο, όσο και την ελληνική γλώσσα μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Στα παιδιά τους μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και γι’ αυτό το λόγο οι νεότεροι δεν έμαθαν να μιλούν αρβανίτικα. Αλλά επειδή άκουγαν τους μεγαλύτερους να μιλούν αυτή τη διάλεκτο, σήμερα γνωρίζουν κάποιες λέξεις και φράσεις. Τις επόμενες δεκαετίες χρησιμοποιούσαν τη διάλεκτο όταν δεν ήθελαν να καταλάβουν οι άλλοι που δε γνώριζαν, το περιεχόμενο της συζήτησης.
          Πώς σταμάτησαν αυτά τα αποκριάτικα έθιμα;
   Δεν είναι πολλά χρόνια που έχουν σταματήσει τα έθιμα. Αρχικά, την «εφταετία» απαγορεύτηκε αυστηρά να μασκαρευόμαστε και κυρίως να φοράμε μάσκες. Από τότε και μετά ο κόσμος άρχισε να γλεντάει έξω από το σπίτι και να πηγαίνει σε ταβέρνες. Ύστερα, ήρθαν οι αλλοδαποί στο χωριό μας, οι άνθρωποι φοβούνταν να ανοίξουν τις πόρτες τους σε μουσούνες (μασκαράδες) όπως έκαναν παλιά. Οι μάσκες που αντικατέστησαν τη μουτζούρα, καλύπτουν το πρόσωπο και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ποιος κρύβεται πίσω από αυτή. Οικογενειακά συνεχίζονται κάποιες παραδόσεις. Μέχρι σήμερα ντύνονται μασκαράδες, ανάβουν φωτιές σε γειτονιές του χωριού, φυσικά λιγότερες από παλαιότερα και οι νοικοκυρές φτιάχνουν τα τοπικά φαγητά και γλυκά των Αποκριών. Ακόμα οι νεότεροι μασκαρεύονται αλλά δε βγαίνουν στους δρόμους ούτε πηγαίνουν σε σπίτια, παρά μόνο όταν γλεντούν σε οργανωμένες αποκριάτικες εκδηλώσεις.
          Πώς μπορούν να αναβιώσουν αυτά τα έθιμα;
  Εσείς που ακούτε πως γίνονταν όλα αυτά μπορείτε να τα αναβιώσετε; Εμάς τα παιδιά μας τα έζησαν. Πολλές φορές σας λέμε να έρθετε σε μια εκδήλωση οικογενειακή, να ακούσετε και να δείτε και αρνείστε να λάβετε μέρος. Δεν ακολουθείτε την οικογένεια. Στις φωτιές που ανάβαμε πηγαίνατε; Όχι, καθόσασταν λίγο και φεύγατε για να διασκεδάσετε μόνοι σας με ξενόφερτα έθιμα. Σ’ αυτές τις εκδηλώσεις δε μπορείς να είσαι θεατής, είναι ανούσιο. Πρέπει να είσαι ο δημιουργός. Αλλιώς η παράδοση σταματάει…Τότε  συμμετείχαν όλοι και δεν υπήρχαν θεατές.
Το τραγούδι και τα σκωπτικά τετράστιχα που παρατίθενται, είναι από καταγραφή της Φωτεινής Σταμέλου, ετών 99, η οποία κατάγεται από τη Δροσιά. Ευχαριστούμε πολύ τις κυρίες, Χριστοδούλου Θεοδώρα, Μαστρογιάννη Ελένη, Δέδε Αιμιλία, Χαρίση Ιωάννα, Τόπη Αικατερίνη και Σταμέλου Αικατερίνη που μοιράστηκαν μαζί μας τις αναμνήσεις τους.
   Μέσα από αυτή τη συζήτηση, θυμήθηκαν έθιμα, γέλασαν αναστοχαζόμενες αστείες στιγμές του παρελθόντος και ξαναέζησαν μέσω της αφήγησης, τις Αποκριές των παιδικών τους χρόνων….Το πιο σημαντικό που έμεινε από την καταγραφή μας και αποτελεί μια μεγάλη αλήθεια, είναι η ανάγκη συμμετοχής στις εκδηλώσεις για την αναβίωση των πατροπαράδοτων εθίμων μας ως δημιουργοί και όχι μόνο ως θεατές-ειδικά των νέων-προκειμένου να γίνουν οι συνεχιστές της παράδοσής μας.
Το παραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 14ο τεύχος της εφημερίδας μας.