Η ιστορία του  Αρλεκίνου (Παραμύθι)
                                                         Ζαχαρή Σπυριδούλα
    Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω απο τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
    Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόταν στο παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω απο το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του. Θυμόταν πως ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία του Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια. Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους. Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.
    Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρεί κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια απο υφάσματα της έδωσαν την ιδέα!
Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει!
Ξύπνησε χαρούμενη τον Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελουδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο!
Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες, που πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.
   Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
Ποιός είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί.
Είσαι απο τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα του άρπαξε τη μάσκα.
Είναι ο Αρλεκίνος! φώναξαν κάποιοι ξένοι. Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν ολοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενα γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.
    Ένας χρόνος πέρασε. Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά Αρλεκίνου!
   Διαβάζοντας αυτή την ιστορία συμπεραίνουμε ότι τα απλά πράγματα που δημιουργούνται απο αγάπη και χωρίς ιδιαίτερο χρηματικό αντίτιμο είναι αυτά που ξεχωρίζουν και κάνουν τη ζωή μας καλύτερη.
Στις δύσκολες αυτές ημέρες που ζούμε θα πρέπει όλοι μας να απαξιώσουμε τη σημασία του χρήματος και να κανανοήσουμε τη δύναμη που πηγάζει μέσα από τη δημιουργικοτητα και την αγάπη για τον συνάνθρωπο.

Πηγές:  Απο το βιβλίο της Ζώρζ Σαρή, “Ο Αρλεκίνος”. Εκδόσεις Πατάκη.

Το παραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 26ο τεύχος της εφημερίδας μας.