Λαογραφικά της Σαρακοστής
Σοφία Ασλαματζίδη
   Η Σαρακοστή, όπως τη λέει ο λαός κατέχει ιδιαίτερη θέση στη Λαογραφία και είναι συνυφασμένη με τη χριστιανική θρησκεία, αλλά και τις λαϊκές δοξασίες. Η Μεγάλη Σαρακοστή τραβάει πενήντα μέρες από την Καθαρή Δευτέρα, μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Ωστόσο το όνομά της έμεινε «Σαρακοστή» (από το εκκλησιαστικό Τεσσαρακοστή), γιατί αρχικά η νηστεία κρατούσε 40 μέρες. Τον καιρό που δεν υπήρχαν ημερολόγια, οι άνθρωποι, για να καταλαβαίνουν τις βδομάδες της Σαρακοστής, που έφευγαν, έπαιρναν μία κόλα χαρτί και σχεδίαζαν μια γυναίκα, σαν καλόγρια, με εφτά πόδια. Στο τέλος κάθε βδομάδας, το Σάββατο, έκοβαν κι ένα πόδι. Το τελευταίο, το έκοβαν το Μεγάλο Σάββατο. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, η «Εορτή των Εορτών». Κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή, ολόκληρη η κοινωνία υποδεχόταν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, ορισμένους κανόνες που υπενθύμιζαν στα άτομα-μέλη της κοινωνίας την περίοδο της Σαρακοστής.
   Πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής η Καθαρά Δευτέρα, Καθαρή γιατί οι νοικοκυρές θα καθαρίσουν από τα λίπη της Αποκριάς τα τετζερικά τους με ζεστό σταχτόνερο, ώσπου ν’ αστράψουν. Καμιά άλλη δουλειά! Αρχίζει η νηστεία. Μάλιστα πολλές γυναίκες δεν έτρωγαν τίποτε το τριήμερο, τις τρεις πρώτες μέρες. Κάθε Καθαρή Τετάρτη πια έτρωγαν ειδικά φαγητά: καρυδόπιτα, σούπα με φασόλια και πετιμέζι. Στη Σινώπη, κατά το διάστημα της Μεγάλης Σαρακοστής, συνήθιζαν να μοιράζουν για ψυχικό στους γείτονες και στα παιδιά ένα ειδικό φαγητό, το ξινοφάι: ρεβίθια, φασόλια, κάστανα, σταφίδες, τα έβραζαν καλά με πλιγούρι ή κουρκούτι (χυλό ή αλέυρι), ζάχαρη και πετιμέζι μελωμένο. Όμως πώς να ξεχάσουν αμέσως τα χθεσινά ξεφαντώματα;

   Πέρασαν οι Απόκριες, παν’ κι οι μασκαράδες. Ήρθε κι η Σαρακοστή, μ’ ελιές και παραμάδες…

Το παραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 6ο τεύχος της εφημερίδας μας.