«Τα διαχρονικά λόγια των ύμνων»
Αποστολίνα Χαλίλη
   Αν κι εξέπνευσαν οι άγιες ημέρες του Πάσχα, αξίζει τον κόπο να σταθούμε, σ’ έναν από τους ωραιότερους ύμνους που ακούγονται τη Μεγάλη Εβδομάδα, ίσως τον πιο συγκινητικό, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής. Το κείμενο πολύ γνωστό σε όλους μας. Η μελωδική γραμμή πάνω στη οποία γράφτηκε αυτό το αριστούργημα, ποιον χριστιανό δεν έχει κάνει να κλάψει; Αυτό το τόσο συγκινητικό κείμενο, ίσως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία να το κατανοούμε σε γενικές γραμμές. Πόσα όμως από τα νέα παιδιά το καταλαβαίνουν;
«Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Όλες οι γενιές ύμνους προσφέρουν στην Ταφήν σου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Κατεβάζοντας σε από το ξύλο (σταυρό) ο από Ιωσήφ απο Αριμαθαία* σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Μυροφόροι ήρθαν φροντίζοντας από πριν να σου φέρουν μύρα.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Εδώ, όλος ο κόσμος ξεστομίζει για σένα ύμνους που θεωρούν ότι αρμόζουν στον Κτίστη (των πάντων).
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Αυτούς που έθρεψες με το μάννα, κίνησαν την φτέρνα να πατήσουν τον ευεργέτη τους.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.
ο Ιωσήφ κηδεύει μαζί με τον Νικόδημο με τις τιμές που πρέπει στους νεκρούς τον Κτίστη του κόσμου.
Ω γλυκύ μου έαρ,γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Γλυκιά μου άνοιξη, γλυκύτατο παιδί μου, που έδυσε η ομορφιά σου;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Γιέ του Θεού, βασιλιά των πάντων, Θεέ μου πλάστη μου, πώς να δεχθώ τον πόνο;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ράντισαν τον τάφο οι Μυροφόρες με μύρα, αφού ήρθαν πολύ πρωί.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ω τριαδικέ μου Θεέ, Πατέρα, Υιέ και Άγιο Πνεύμα, ελέησε τον κόσμο.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.»
Παρθένε Μαρία, αξίωσε τους δούλους σου να δουν την Ανάσταση του Υιού σου.
*(Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ. Πλούσιος και μυστικός μαθητής του Ιησού, που φέρεται ναντιτάχθηκε στην καταδίκη του και, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, μετά τον θάνατο του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια ν αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από τον Σταυρό, προκειμένου να το προετοιμάσει για τον ενταφιασμό στον παραχωρούμενο, από τον ίδιο τον Ιωσήφ, λαξευτό τάφο, πιθανώς οικογενειακό.)
Θα ήθελα να σταθούμε σε δύο-τρία σημεία του, πολύ σημαντικά κατά τη γνώμη μου.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
   Μιλάμε για το λεγόμενο «Ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος», που χρησιμοποιούμε μέχρι και σήμερα, αφού η αχαριστία φαίνεται να είναι διαχρονικό φαινόμενο. Αρκεί ν’ αναφέρουμε ότι το γνωμικό αυτό, σώζεται από μια πλήρη συλλογή με 63 επιγράμματα, του Καλλίμαχου (Αλεξανδρινός ποιητής & Επιγραμματοποιός που έζησε μεταξύ  310-240 π.Χ.) τα οποία ως επί το πλείστον αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Πρόκειται λοιπόν για ένα πανάρχαιο γνωμικό που υπάρχει όπως βλέπουμε περίπου 300 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού!
Ω γλυκύ μου έαρ.
   Η μετάφρασή του, «Άνοιξή μου γλυκιά, γλυκό μου παιδί, πού (έδυσε) χάθηκε η ομορφιά σου;» Η λέξη «αρ», δηλ. άνοιξη και κατ’ επέκταση η φράση « γλυκύ μου αρ» συχνά απομονώνεται καθώς η γιορτή του Πάσχα είναι ταυτισμένη με την εποχή της άνοιξης, συχνά στο άκουσμα της λέξης, μεταφέρεται ο νους σ αυτήν τη σημασία.    Ωστόσο, η «Άνοιξη» αυτή, δεν έχει τη σημασία της εποχής του χρόνου, αλλά την ευεξία της καρδιάς μας όταν βρισκόμαστε κοντά στ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, εξ’ου και η φράση του λαού «η καρδιά μου ανοίγει όταν σε βλέπω». Η καρδιά μας ανοίγει, γινόμαστε άνοιξη, καθώς βλέπουμε τους εκλεκτούς της καρδιάς μας και γίνονται ο δρόμος της δικής μας «διά-άνοιξης». Η «άνοιξη» της καρδιάς είναι η «διάνοιξη» του πνεύματος.  Μεταφορικά, η άνοιξη αυτή σίγουρα είναι και η απαρχή μια καινούριας περιόδου, τόσο για τους χριστιανούς, όσο και για όλον τον κόσμο. Η εποχή μετά Χριστό, επισημαίνεται ως «άνοιξη» αφού φέρνει μηνύματα αγάπης, χαράς κι αισιοδοξίας στον κόσμο που βγαίνει ουσιαστικά από την πλάνη στην οποία ζούσε. 
Ιδείν
   Αξίωσε τους δούλους σου να δουν την Ανάστασή σου, όχι με τα μάτια κυριολεκτικά, αλλά με τα μάτια της ψυχής να καταλάβουν την θυσία τη οποία υπέστει ο Υιός του Θεού για χάρη τους. Οι άνθρωποι μέχρι τον ερχομό του Χριστού δεν έβλεπαν καθαρά και είχαν βυθιστεί στην ακολασία.   
   Διαβάζοντας αυτά τα λόγια, ο καθένας ας βγάλει από μόνος του τα συμπεράσματά του όσον αφορά την διαχρονικότητα των φράσεων και των κοινωνικών φαινομένων που μάστιζαν και πάντα θα μαστίζουν τους ανθρώπους, αφού έχουν την ατυχία να είναι απλά θνητοί. Ποτέ δεν βλέπουμε τα λάθη μας, ποτέ δεν εκτιμάμε το χέρι που μας δίνει νερό και το σημαντικότερο, και λυπηρότερο όλων, ποτέ δεν ανοίξαμε πραγματικά την καρδιά μας να μπει η άνοιξη της αγάπης….
 Το παραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 31ο τεύχος της εφημερίδας μας.