Ο Αγγελής στο χάνι της Γραβιάς
Πασιώτου-Κούκουρα Δήμητρα
Τραγούδια που αναφέρονται στον ήρωα και τη δράση του
                                                «Πήγατε και κλειστήκατε μεσ’ στης Γραβιάς το χάνι,
κι’ ο Οδυσσέας κιότεψε πούτανε καπετάνιος,
κι’ ο Αγγελής εφώναξε: «Κουράγιο μη φοβάστε».
Καρτέρεγαν και νύχτωσε κι’ ο Αγγελής φωνάζει:
«Κουράγιο, κάμετε παιδιά, να βγούμε απ’ το χάνι».
Όλοι τους βγήκαν ζωντανοί και μόνο δυο τους λείψαν
κι’ οι Τούρκοι δε σαλέψανε σαν φοβισμένοι πούσαν
κι’ οι Έλληνες σαν πήρανε ανήφορο στα πλάγια
«Ο Αγγελής μας έβγαλε», είπανε, «παλληκάρια». *
   Πραγματικά λέγει ο Γιώργης Παπαστάμου στην μελέτη του «Αγγελής Γοβιός ή Γοβγίνας και η Ευβοϊκή επανάσταση», ότι είναι σωστό ότι ο Οδυσσέας κιότεψε κι απ΄την δύσκολη αυτή θέση τον έβγαλε η παλληκαριά του Αγγελή Γοβιού, όπως το λέγει και το δημοτικό τραγούδι.
* Στο χάνι της Γραβιάς έστησαν χορό (χόρεψαν)
 εκατονδεκαοχτώ παλικάρια με δεύτερο τον Αγγελή Γοβιό.
 Στα πρωτοπαλλήκαρα της Εύβοιας  
Μην είδατε τα δυο πουλιά, τους δυο καπετάνιους
τον Κώστα και τον Αγγελή και μερικούς ακόμα;
Εχθές, προχθές τους είδαμε στο κάμπο της Καστέλλας
που πολεμούν κατακαμπής στον ήλιο και στο κάϋμα,
δίχως νερό, δίχως ψωμί, δίχως κρασί να πιούνε.
Ο θάνατος του Αγγελή Γοβιού
Τρεις περδικούλες κάθονται στα δυο βουνά στη ράχη
η μια τηράει τον Έγριπο κι’ η άλλη το Βρυσάκι
κι’ η τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:
«Πολύ μαυρίλα έβγαινε παν’ απ’ το άσπρο χώμα 
λαβώσανε τον Αγγελή στο χέρι και στο στόμα».
   Τα παραπάνω δύο κομμάτια είναι περικοπές από το ακόλουθο λαϊκό στιχούργημα που βρήκα γραμμένο σε ιστορικό κείμενο. Όπως τα γράφω και πιο πριν τραγουδιούνται μέχρι και τα σήμερα στα χωριά της κοιλάδας του Μεσσάπιου. 
Παρακάτω δίδω όλες τις στροφές του τραγουδιού.
Α’
Μην είδατε τα δυο πουλιά, τους δυο καπετάνιους,
π’ αρχίσανε τον πόλεμο στους Τούρκους Χαλκιδαίους;
Τον Κώστα και τον Αγγελή, τα δυο λεοντάρια;
Εχθές προχθές τους είδαμε με λίγα παλληκάρια
εις της Καστέλλας ρίχτηκαν το κάμπο σα θηρία,
πολέμαγαν και με πεζούς και με καβαλλαρία.
Βαστούν στα δόντια το σπαθί, στο χέρι το ντουφέκι
και ξολοθρεύουν τον εχθρό, δώνουν αστροπελέκι.
Τρεις περδικούλες κάθονται στα δυο βουνά στη ράχη,
η μια τηράει τον Έγριπο, η άλλη το Βρυσάκι
η τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:
«μας λάβωσαν τον Αγγελή κι ο Κώτσος κινδυνεύει».
Πολλή μαυρίλα έβγαινε πάνω απ’ το άσπρο χώμα
λαβώσανε τον Αγγελή στο χέρι και το στόμα.
Όσο να πάη στα Ψαχνά επέθανε στο ρέμμα.
Κι’ ο Κώτσος άμα έφτασε εις του Πανού τη στέρνα
«Σύρτε, παιδιά μου στο ορδί και πιάστε το ταμπούρι»
και το κουμπούρι τράβηξε, σκοτώνει καβαλλάρη
Κινάς Αγάς ετράβηξε, του πήρε το κεφάλι.
Β’
Για σένα μωρ’ Αγγελή κλαίει το Γριπονήσι,
που χάθηκες κατακαμπής απάνω στο γιουρούσι,
Εσύ δε πολέμαγες μεσ’ της Γραβιάς το χάνι;
Μα οι Μπαλαλαίοι τα σκυλιά σου φάγαν το κεφάλι,
σε άφησαν κατακαμπής σου πήραν το κεφάλι.
Σε κλαίει κι’ ούλ’η Ρούμελη τ’ ήσανε παλληκάρι.
Πήγατε και κλειστήκατε μεσ’ της Γραβιάς το χάνι
κι’ ο Οδυσσέας κιότεψε, πούτανε καπετάνιος
κι’ ο Αγγελής εφώναξε: «Κουράγιο μη φοβάστε»
Καρτέρεψαν και νύχτωσε κι’ ο Αγγελής φωνάζει:
«Κουράγιο κάμετε παιδιά να βγούμε απ’ το χάνι».
Όλοι τους βγήκαν ζωντανοί και μόνο δυο τους λείψαν
κι’ οι Τούρκοι δεν σαλέψανε σαν φοβισμένοι πούσαν.
Κι’ οι Έλληνες που πήρανε ανήφορο στα πλάγια
«Ο Αγγελής μας έβγαλε-είπανε-παλληκάρια».
   Για τον από ενέδρα θάνατον του Αγγελή Γοβιού να τι λέγει ο Ναθαναήλ Ιωάννου: « Η μεν εμπροσθοφυλακή είχε προχωρήσει εις τα δυο βουνά και ώδευεν, αλλ’ αίφνης εκεί εξερράγη πυρ δεξιόθεν και αριστερόθεν, δι’ ου έπεσαν νεκροί δέκα πέντε εκ του Αγγελή. Ο δε υπόλοιπος στρατός ιδών την ενέδρα των Τούρκων, εν η περιέπεσαν, ωπισθοδρόμησε και ώδευσε προς τον Πύργο παρά την Τριάδα. Αλλ’ ο Αγγελής Αναγνώστης ο αδερφός αυτού και συναγωνιστής του Κώστας, έλαβον άλλην οδόν με δέκα πέντε μόνον…» Στη συνέχεια γράφει ο ιστορικός τον τραυματισμό τους και τον θάνατον και των τριών ως άνω ηρώων. «Του Πανού τη στέρνα». Δούδαλης Πάνος, όπως θα δούμε στο τελευταίο μέρος ήτανε από τα Ψαχνά και έδρασε πρωτοποριακά στον αγώνα του 21 στην Εύβοια.
Πηγή: Η Ευβοϊκή Μεσσαπία, χώρος, κάτοικοι, αγώνες, πολιτισμός,
Λ.Παπακωνσταντίνου. Σελ: 145, 295, 296, 297, 334

Το παραπάνω άρθρο, φιλοξενείται στο 3ο τεύχος της εφημερίδας μας.